Η αποδοχή των δυσάρεστων συναισθημάτων

Όσο η προσοχή μας είναι στραμμένη προς τα έξω, προς κάποιο αντικείμενο ή μια δραστηριότητα, δεν υπάρχει χώρος μέσα μας για να αναδυθούν τα δυσάρεστα συναισθήματα και να έρθουν στην επιφάνεια. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εθισμένοι στα αντικείμενα ή σε δραστηριότητες. Έτσι αισθάνονται καλύτερα, αλλά τα συναισθήματά τους μένουν μέσα τους καταπιεσμένα.

Όταν κάποιος σταματήσει να χρησιμοποιεί τα εξωτερικά αντικείμενα ή τις δραστηριότητες για να αποφύγει τα συναισθήματά του, δημιουργείται μέσα του ο απαραίτητος χώρος όπου τα καταπιεσμένα αυτά συναισθήματα θα αρχίσουν να εμφανίζονται. Η παγίδα που πρέπει να αποφύγουμε είναι η εξής: ενώ προηγουμένως στρέφαμε την προσοχή μας έξω από εμάς για να βρούμε την ευτυχία (με αποτέλεσμα να καταπιέζονται έτσι τα δυσάρεστα συναισθήματα μέσα μας), τώρα μπορεί δήθεν να θέλουμε να καλωσορίσουμε αυτά τα συναισθήματα, αλλά με σκοπό να τα εξαλείψουμε. Αυτό είναι το λάθος που δεν πρέπει να κάνουμε.

Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Δεν βοηθάει σε τίποτα να λέμε ότι θέλω να αποδεχτώ ένα δυσάρεστο συναίσθημα γιατί έτσι θα μπορέσω να απαλλαγώ από αυτό. Αν υπάρχει αντίσταση απέναντι στο συναίσθημα, δηλαδή η τάση να θέλουμε να στρέψουμε την προσοχή μας πάλι σε κάποιο αντικείμενο έξω από εμάς, πρέπει να το παραδεχτούμε. Διαφορετικά, είναι σαν να προσπαθούμε με τον νου να αποδεχτούμε κάτι που ο νους κρίνει ως αρνητικό και δυσάρεστο. Και είναι λογικό να δημιουργηθεί έτσι ένταση μέσα μας, γιατί ο νους είναι φτιαγμένος ώστε να απορρίπτει ό,τι κρίνει ως αρνητικό και δυσάρεστο. Γι’ αυτό, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τον νου, αλλά με την επίγνωση.

Η επίγνωση είναι σαν ένας άδειος χώρος. Το γεγονός ότι κάποιος αισθάνεται πρώτα ένα συναίσθημα, σημαίνει ότι η επίγνωση έχει ήδη επιτρέψει στο συναίσθημα αυτό να έρθει στην επιφάνεια. Αλλά μετά έρχεται και ο νους που το κρίνει ως αρνητικό και το καταπιέζει. Αντί να λέμε “καλωσόρισε το συναίσθημα”, πιο σωστό είναι να λέμε “επίτρεψε στο συναίσθημα να υπάρξει”, γιατί το “καλωσόρισε” δηλώνει κάτι το ενεργητικό, ενώ η επίγνωση δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα, απλά επιτρέπει στα συναισθήματα να υπάρξουν και να βγουν στην επιφάνεια.

Αυτή η αποδοχή δεν είναι μια νοητική δραστηριότητα. Δεν είναι κάτι που κάνουμε, είναι κάτι που είμαστε. Είμαστε αυτή η αποδοχή. Η φύση της επίγνωσης είναι η απόλυτη αποδοχή, η δεκτικότητα, η παντελής απουσία κάθε αντίστασης. Δεν χρειάζεται καν να μάθουμε να είμαστε έτσι, ή να εκπαιδεύσουμε την επίγνωση για να είναι δεκτική. “Παρατηρώ και νιώθω”, αυτή είναι η φύση της επίγνωσης και αυτή είναι η σωστή στάση απέναντι στα συναισθήματα. Η επίγνωση δεν έχει καν κάποιο κίνητρο για να εξαφανίσει τα συναισθήματα. Μόνο ο νους είναι αυτός που λέει “δεν μου αρέσουν, θέλω να τα εξαφανίσω και για να τα εξαφανίσω πρέπει πρώτα να τα αποδεχτώ”.

Υπάρχει ένας τρόπος για να δούμε αν είμαστε όντως ειλικρινείς ότι δεν προσπαθούμε να εξαφανίσουμε ή να καταπιέσουμε τα συναισθήματα. Ο τρόπος αυτός είναι να κάνουμε την ερώτηση στον εαυτό μας “θα μπορούσα να ζήσω με αυτό το συναίσθημα για όλη μου τη ζωή;” Η απάντηση πρέπει να είναι “ναι”. Αν η απάντηση είναι “όχι”, σημαίνει ότι προσπαθούμε να αποδεχτούμε τα συναισθήματα με σκοπό να τα εξαλείψουμε. Και αυτό είναι ένα σημάδι που δείχνει την παρουσία του ξεχωριστού εαυτού, του Εγώ.

Τα συναισθήματα αυτά έχουν συσσωρευτεί εξαιτίας του Εγώ και θα φύγουν μόνο όταν τα αποδεχτούμε πλήρως έτσι όπως είναι, χωρίς να προσπαθεί πάλι το Εγώ να απαλλαγεί από αυτά. Είναι μια διαδικασία που παίρνει χρόνο, χρόνια. Αλλά η απόλυτη επίγνωση και αποδοχή σιγά σιγά μειώνει την πυκνότητα αυτών των συναισθημάτων και καθαρίζει το σώμα από τα απομεινάρια του παρελθόντος.

*Απόσπασμα από μαγνητοσκοπημένη ομιλία του Ρούπερτ Σπάιρα

Μετάφραση: Ν. Μπάτρας

Advertisements