Βιώνοντας την αγάπη και τον πόνο της απώλειας

Ανήκουν στις πιο συνηθισμένες αφορμές που καταφεύγουν οι άνθρωποι σε ψυχολόγο εκείνες των διαζυγίων και γενικότερα των ερωτικών χωρισμών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει εγκατάλειψη.

 Δεν είναι μονάχα ο πόνος της απώλειας από τους οξύτερους πόνους, αλλά και το γεγονός ότι με τον χωρισμό χάνονται οι μέχρι τώρα σταθερές της καθημερινότητας, το οικείο πλαίσιο που θεωρούσαν οι χωρισμένοι ότι τους ασφάλιζε, οι κοινές συνήθειες, οι γνωστοί τους καυγάδες, οι μοιρασμένες μέρες, ακόμα και οι μισητές.

 Μερικοί δύσκολεύονται υπερβολικά. Υπάρχουν πρόσωπα που ενώ επί μια ζωή προσπαθούν -ή μάλλον δεν προσπαθούν, αυτό είναι η αιτία- δεν καταφέρνουν να προσαρμοσθούν στο τώρα και στο αύριο, παραμένοντας πενθούντες στο παρελθόν που έφυγε πια.

 Μακάρι να γνώριζαν οι άνθρωποι τα γνήσια αισθήματά τους.Εκείνα δηλαδή που κρύβονται πίσω από τα αισθήματα που αποκαλούν: ραγισμένη καρδιά, προδοσία, ερημιά, ή συναισθηματικό σπαραγμό. Δεν είναι πάντα ακριβώς όπως τα λένε.

 Συχνά αισθανόμαστε εκείνο που θεωρούμε πρέπον να αισθανόμαστε σε μια περίσταση, χωρίς όμως να το αισθανόμαστε όντως. Όταν μάλιστα κοντά μας έχουμε θεατές, μάρτυρες, εκείνο που από μας περιμένουν να εκδηλώσουμε επηρεάζει σοβαρότατα το πώς θα φερθούμε, το πώς θα αντιδράσουμε.

 Αν δεν γνωρίζουμε με κάποια σαφήνεια το πρόβλημά που μας τρώει, αν δε μπορούμε να το περιγράψουμε με τις κατάλληλες λέξεις, δεν υπάρχει μεγάλη ελπίδα να φτάσουμε σε λύση του. Διότι αν αισθάνεσαι και διατυπώνεις ξένο από την ψυχή σου πρόβλημα, η “λύση” που θα καταλήξεις δεν σε αφορά, ενώ το αληθινό σου πρόβλημα θα συνεχίζει αγιάτρευτο και όλο και χειρότερα κακοφορμισμένο.

 Για παράδειγμα, αν ένας άντρας μετά το διαζύγιο πενθεί βαρύτατα τη χαμένη πρώην γυναίκα του, διαδίδοντας “ειλικρινά” πως έχασε την αγάπη της ζωής του, ενώ εκείνο που τον πανικοβάλει είναι η αλλαγή της εθισμένης καθημερινότητας, το γεγονός ότι έχασε έναν υπηρέτη στα πρακτικά, μια μαγείρισσα, έναν τραπεζίτη, μια ακροάτρια κάθε ανοησίας του που σε τρίτους δεν τολμούσε να ξεστομίσει, ένα σάκκο του μποξ να ξεσπά τα νεύρα του και ό,τι άλλο πρόθυμα και αφελώς αναλαμβάνει στον γάμο της μια γελαστή νυφούλα, δύσκολα θα ξεφύγει από το κουβάρι που μπέρδεψε στο κεφάλι του. Θα πονάει και θα λιώνει για λάθος λόγο.

 Διότι κόλλησε να θεωρεί προδομένο αίσθημα ένα ξεβόλεμα μονάχα. Το να χαρακτηρίζω ως “μονάχα” ένα ξεβόλεμα, είναι δικό μου λάθος, το ξέρω. Το βόλεμα και το ξεβόλεμα για πολλούς χαρακτήρες αποτελεί αήττητο κέντρο ζωής, όμως είναι απαραίτητο για τον θρηνούντα, και κυρίως για τους ταλαίπωρους παρηγορητές του, να ξέρουν γιατί συζητούν τις ατέλειωτες ώρες της συμπαράστασης.

 Πάρα πολύ συχνά συγχύζουμε την ανάγκη με την αγάπη, ειδικά οι πιο ανώριμες προσωπικότητες. Διότι όσο πιο ανώριμος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο συντηρεί ανάγκες, δεν του μένει χώρος ευρύς ώστε να αναπτύξει συναισθήματα. Άλλο το πώς βαφτίζουμε εκείνο που κουβαλάμε.

 Με τέτοιες όμως ιδιωτικές διαγνώσεις ο κάθε πονεμένος-όπου η ανάγκη θεωρείται αγάπη και η εξάρτηση θεωρείται σχέση- δεν θα λάβει θεραπεία, θα παραμένει άπραγος και βυθισμένος στην παρεξήγηση που καλλιεργεί μέσα στο ατακτοποίητο και αφώτιστο δωμάτιο της κατάθλιψης.

 Και δεν είναι λίγες οι φορές που η κατάθλιψη προέρχεται από λαθεμένες ή κουτές εκτιμήσεις, από εσφαλμένη αυτοεκτίμηση, από παραποιημένη αυτοκριτική. Τίποτα δεν θεραπεύει ουσιαστικά τον άνθρωπο όσο η επαφή του με την όντως πραγματικότητα”.

 Μάρω Βαμβουνάκη

Advertisements