Δες πόσα καλά έχεις στη ζωή σου

«Τσάρλς, φυσικό είναι να σε απασχολεί ή ηλικία μου. Και οι δύο το ξέρουμε ότι είμαι ογδονταενός χρόνων και πλησιάζω στο τέλος της ζωής μου. Εσύ αυτό τον καιρό πενθείς για τον Τζέημς άλλα και για τον πατέρα σου και είναι πολύ φυσικό να ανησυχείς μήπως με χάσεις κι εμένα. Όγδονταενός είναι κανείς πολύ γέρος, σοκαριστικά γέρος. Κι εγώ ο ίδιος σοκάρομαι όταν το σκέφτομαι.

Δεν νιώθω γέρος και κάθε τόσο αναρωτιέμαι πώς στο καλό έφτασα σ’ αυτή την ηλικία. Όπου πήγαινα ήμουνα πάντα ο πιο μικρός -στο σχολείο, στην ομάδα τού μπέιζμπολ πού παίζαμε στην κατασκήνωση, στην ομάδα του τένις- και τώρα ξαφνικά όπου πάω είμαι ο πιο ηλικιωμένος – στα εστιατόρια, στα σινεμά, στα συνέδρια. Δεν το έχω συνηθίσει ακόμα».

 Πήρα βαθιά ανάσα. Καθίσαμε για λίγο σιωπηλοί.

«Υπάρχει κάτι άλλο σημαντικό πού θέλω να σού πω. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, το να βλέπεις το τέλος της ζωής σου έχει και μερικά καλά. Θέλω να σού αναφέρω μία παράξενη εμπειρία πού είχα πριν από λίγες μέρες. Ήταν γύρω στις έξι το απόγευμα και είδα τη γυναίκα μου ν’ ανοίγει το γραμματοκιβώτιο στην είσοδο τού κήπου. Πήγα προς το μέρος της. Εκείνη έστρεψε το κεφάλι και χαμογέλασε. Ξαφνικά, εντελώς ανεξήγητα, το μυαλό μου άλλαξε σκηνικό και για μία στιγμή φαντάστηκα πώς ήμουνα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και παρακολουθούσα μια τρεμάμενη ερασιτεχνική λήψη με σκηνές από τη ζωή μου. Ένιωσα περίπου σαν τον πρωταγωνιστή της “Τελευταίας μαγνητοταινίας του Κράπ”. Το ξέρεις αυτό το έργο τού Σάμιουελ Μπέκετ;»

«Το έχω ακουστά».

«Είναι o μονόλογος ενός ηλικιωμένου στα γενέθλιά του, την ώρα πού ακούει παλιές μαγνητοταινίες πού είχε φτιάξει σε προηγούμενα γενέθλια. Φαντάστηκα λοιπόν κι εγώ, σαν τον Κράπ, μία ταινία με παλιές σκηνές από τη ζωή μου. Κι εκεί είδα τη γυναίκα μου να έχει πεθάνει και πεθαμένη να στρέφεται προς το μέρος μου με πλατύ χαμόγελο και να με καλεί. Κοιτάζοντάς τη με πλημμύρισε τρομερή οδύνη και αφάνταστο πένθος. Και ξάφνου όλα αυτά εξαφανίστηκαν και ξαναγύρισα στο παρόν. Κι εκεί βρισκόταν ή γυναίκα μου ζωντανή, λαμπερή, με σάρκα και οστά και μου έστελνε ένα πανέμορφο σεπτεμβριάτικο χαμόγελο. Με πλημμύρισε ένα ζεστό κύμα χαράς. ’Ένιωσα ευγνώμων πού είμαστε κι οι δύο ακόμα ζωντανοί κι έτρεξα να την αγκαλιάσω και να ξεκινήσουμε τον απογευματινό μας περίπατο ».

 Περιγράφοντας την εμπειρία αυτή δεν μπόρεσα να κρατηθώ, μου ήρθαν δάκρυα κι άπλωσα το χέρι να πάρω χαρτομάντιλο. Το ίδιο έκανε κι ο Τσαρλς.

«Μου λες λοιπόν: “Δες πόσα καλά έχεις στη ζωή σου ” ».

«Ναι, ακριβώς. Λέω πώς όταν περιμένουμε ότι το τέλος πλησιάζει, αυτό μπορεί να μας ωθήσει να αδράξουμε το παρόν με μεγαλύτερη ζωντάνια».

Aπόσπασμα από το βιβλίο ‘Πλάσματα μιας μέρας’ του Irvin Yalom

 

Advertisements