Ιδεοληπτικές και Ψυχαναγκαστικές Προσωπικότητες

Στις δυτικές κοινωνίες υπάρχει μια πληθώρα ατόμων που έχουν οργανώσει την προσωπικότητά τους γύρω από τη σκέψη και την πράξη. Ο δυτικός πολιτισμός, σε φανερή αντίθεση με κάποιες ασιατικές ή τριτοκοσμικές κοινωνίες, τοποθετεί τον επιστημονικό ορθολογισμό και την επίτευξη των προσωπικών στόχων υψηλότερα από τις περισσότερες άλλες ιδιότητες.

Όταν η σκέψη και η δράση αποτελούν την κινητήρια δύναμη ενός ατόμου σε βάρος των συναισθημάτων, των αισθήσεων, της διαίσθησης, της ονειροπόλησης, της δημιουργικής καλλιτεχνίας και άλλων καταστάσεων που δεν διέπονται από ορθολογισμό, συμπεραίνουμε ότι υπάρχει μια ιδεοψυχαναγκαστική δομή προσωπικότητας. Πολλά αξιοθαύμαστα άτομα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Ένας δικηγόρος που απολαμβάνει τη συγγραφή και την παρουσίαση νομικών επιχειρημάτων λειτουργεί ψυχολογικά με βάση τη λογική και τη δράση. Κάποιος που ενδιαφέρεται για την οικολογία, αντλώντας αυτοεκτίμηση από την εμπλοκή του σε διάφορες περιβαλλοντικές πολιτικές, ωθείται από τα ίδια κίνητρα.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν άτομα στα οποία αν και η σκέψη έχει επενδυθεί με μεγάλη ποσότητα λίμπιντο, ωστόσο παραμένουν σχετικά αδιάφορα για τη δράση και το αντίστροφο. Συχνά οι καθηγητές φιλοσοφίας π.χ. έχουν ιδεοληπτική αλλά όχι ψυχαναγκαστική δομή χαρακτήρα. Αντλούν ευχαρίστηση και αυτοεκτίμηση από τη διανοητική δραστηριότητα, χωρίς να αισθάνονται πίεση να εφαρμόσουν τις ιδέες τους στην πράξη.

Οι ιδεοληψίες (οι επίμονες, ανεπιθύμητες σκέψεις) και οι ψυχαναγκασμοί (οι επίμονες, ανεπιθύμητες πράξεις) μπορούν να συμβούν στον καθένα, όχι μόνο σε εκείνους που είναι χαρακτηρολογικά ιδεοληπτικοί και ψυχαναγκαστικοί. Δεν υποφέρουν όλα τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα από επαναλαμβανόμενες ενοχλητικές σκέψεις ή δεν εμπλέκονται σε συμπεριφορές στις οποίες είναι ανίκανα να αντισταθούν. Χαρακτηρίζουμε αυτά τα άτομα ιδεοψυχαναγκαστικά επειδή η στρατηγική αντιμετώπισης που χρησιμοποιούν διακρίνεται από τις ίδιες άμυνες που είναι υπεύθυνες για την πρόκληση των ιδεοληπτικών και ψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων.

Διευκρίνιση: Οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί αποτελούν συμπτώματα. Όταν το μυαλό «κολλάει» επίμονα σε μια σκέψη που συνήθως είναι ανεπιθύμητη, δυσάρεστη ή ακόμα και παράλογη, τότε μιλάμε για ιδεοληψία. Το συγκεκριμένο άτομο δεν μπορεί, για ένα διάστημα τουλάχιστον, να αλλάξει το περιεχόμενο της σκέψης του. Η τάση αυτή είναι επαναλαμβανόμενη και άρα πολύ κουραστική μέχρι και ανυπόφορη. Κάτι παρόμοιο συναντάμε και στις υποτιθέμενες υποχρεωτικές πράξεις. Το συγκεκριμένο άτομο «πρέπει» να κάνει μια κίνηση ή πράξη για να ηρεμήσει. Πρέπει π.χ. να ισιώσει τον πίνακα, να σιγουρευτεί ότι έκλεισε την πόρτα, έσβησε τα φώτα κλπ., να κάνει τον σταυρό του έξω από μια εκκλησία, να μετρήσει τα χρήματα που έχει και να τα τοποθετήσει στο πορτοφόλι του με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο κλπ. Οι τάσεις αυτές που επίσης έχουν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, μέχρι ενός ορίου δεν δημιουργούν προβλήματα. Όταν όμως «πρέπει» ένα άτομο να επιστρέψει στο σπίτι του για να ελέγξει αν έχει κλείσει την πόρτα του κήπου του, παρότι έχει ήδη διανύσει 200 χλμ., τότε πρόκειται για νευρωτικό σύμπτωμα που κάνει τη ζωή τη δική του και των άλλων πολύ κουραστική.

Η δομή του ιδεοληπτικού χαρακτήρα διακρίνεται, σύμφωνα με τον Freud , από την τάξη, το πείσμα και τη φιλαργυρία. Άλλοι αναφέρουν την ισχυρογνωμοσύνη, την τάξη, την τελειοθηρία, την ακρίβεια σε χρονικά ζητήματα, τη σχολαστικότητα, τη λιτότητα και τάσεις προς τη διανοητικοποίηση και την εξονυχιστική συζήτηση. Άλλοι πάλι περιγράφουν αυτά τα άτομα ως άκαμπτα, ανελαστικά, χωρίς προσαρμοστικότητα, υπερβολικά ευσυνείδητα, λάτρεις της τάξης και της πειθαρχίας και με μεγάλη επιμονή ακόμη και μπροστά σε υπέρμετρα εμπόδια. Σε γενικές γραμμές είναι άτομα αξιόπιστα και έμπιστα και έχουν υψηλά κριτήρια και ηθικές αξίες. Διακρίνονται από πρακτικό πνεύμα, σαφήνεια και σχολαστικότητα στις ηθικές τους αξιώσεις. Υπό ψυχοπιεστικές συνθήκες ή ακραίες απαιτήσεις αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας δημιουργούν συμπτώματα τα οποία στη συνέχεια επαναλαμβάνονται τελετουργικά.

ΕΝΟΡΜΗΣΗ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Ο Freud υποστήριξε ότι η άσκηση στην τουαλέτα αποτελεί συνήθως την πρώτη συνθήκη στην οποία ένα παιδί πρέπει να απαρνηθεί αυτό που είναι φυσικό για κάτι που είναι κοινωνικά αποδεκτό. Ο ενήλικος και το παιδί που εκπαιδεύεται πολύ πρώιμα ή πολύ αυστηρά ή μέσα σε μια ατμόσφαιρα επιζήμιου γονεΐκού ενδιαφέροντος εμπλέκονται σε μια διαμάχη που το παιδί είναι καταδικασμένο να χάσει. Η εμπειρία ότι υφίσταται έλεγχο και κριτική και η απαίτηση ότι πρέπει να αποδίδει σύμφωνα με κάποιο πρόγραμμα συχνά προκαλεί συναισθήματα θυμού και επιθετικές φαντασιώσεις για την κένωση, με αποτέλεσμα το παιδί να βιώνει αυτά τα συναισθήματα σαν ένα κακό, σαδιστικό, βρώμικο τμήμα του εαυτού, και να ντρέπεται γι’αυτό.

Η ανάγκη να αισθάνεται ότι έχει τον έλεγχο, ότι είναι καθαρό και λογικό και όχι ανεξέλεγκτο, αλλοπρόσαλλο και βρώμικο και να βιώνει συναισθήματα όπως θυμό και ντροπή γίνονται σημαντικά για τη διατήρηση της ταυτότητας και της αυτοεκτίμησης. Ένα αυστηρό υπερεγώ που λειτουργεί σύμφωνα με τον κανόνα «όλα ή τίποτα» βασίζεται σε τέτοιες εμπειρίες και εκδηλώνεται με μια άκαμπτη ηθική η οποία ονομάστηκε ειρωνικά «ηθική του σφικτήρα».

Η κύρια συναισθηματική σύγκρουση στα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα είναι η οργή, επειδή υπόκεινται σε έλεγχο, ενάντια στο φόβο ότι μπορεί να καταδικαστούν ή να τιμωρηθούν, αλλά αυτό που εντυπωσιάζει τους θεραπευτές που εργάζονται με τα άτομα αυτά είναι ότι το συναίσθημά τους είναι βουβό, καταπιεσμένο, μη διαθέσιμο ή εκλογικευμένο. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να κρύψουν τα συναισθήματα και όχι για να τα εκφράσουν. Κάθε θεραπευτής μπορεί να θυμηθεί περιπτώσεις στις οποίες ρώτησε έναν ιδεοληπτικό ασθενή πως ένιωσε για κάτι και έλαβε ως απάντηση τι σκεφτόταν. Μια σημαντική εξαίρεση στον κανόνα του κρυμμένου συναισθήματος σε αυτή τη διαγνωστική ομάδα είναι η οργή: ένα ιδεοληπτικό άτομο δέχεται το θυμό του, εάν του φαίνεται λογικός και δικαιολογημένος. Έτσι, η αγανάκτηση που θεωρεί δικαιολογημένη γίνεται ανεκτή ή ακόμη και αντικείμενο θαυμασμού. Ο εκνευρισμός του όμως, επειδή δεν έλαβε κάτι που επιθυμούσε, δεν θεωρείται ανεκτός.

Η ντροπή είναι το δεύτερο συναίσθημα που εξαιρείται από το γενικό κανόνα σχετικά με την απόκρυψη των συναισθημάτων. Αυτό συμβαίνει γιατί τα άτομα αυτά έχουν υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους, τις οποίες προβάλλουν στο θεραπευτή, στη συνέχεια, αισθάνονται αμήχανα όταν συνειδητοποιούν ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στα κριτήρια που οι ίδιοι έθεσαν για κατάλληλες σκέψεις και πράξεις.

ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η κύρια άμυνα των ατόμων με ιδεοληπτική προσωπικότητα είναι η μόνωση, ενώ η κύρια αμυντική διεργασία των ψυχαναγκαστικών ατόμων είναι η ακύρωση.

Γνωστικές άμυνες.

Τα ιδεοληπτικά άτομα δίνουν υπέρμετρη αξία στο γνωστικό παράγοντα και στη διάνοια. Έχουν την τάση να υποτιμούν τα συναισθήματά τους, διότι σχετίζονται με την παιδικότητα, την αδυναμία, την απώλεια του ελέγχου, την αποδιοργάνωση και τη χυδαιότητα. Κατά συνέπεια, μειονεκτούν σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα συναισθήματα, οι σωματικές αισθήσεις και η φαντασία διαδραματίζουν έναν ισχυρό ρόλο.

Τα ιδεοληπτικά άτομα που κατέχουν σημαντικές θέσεις εργασίας δεν δίνουν στον εαυτό τους την ευκαιρία να χαλαρώσει και βλάπτουν τους υφισταμένους τους κάνοντας τη σκληρή δουλειά κανόνα. Συχνά είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά όταν αναλαμβάνουν επίσημους, δημόσιους ρόλους, ωστόσο είναι έξω από τα νερά τους όταν εμπλέκονται σε ερωτικές και πιο οικείες σχέσεις. Παρόλο που έχουν την ικανότητα να αγαπούν, συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν τρυφερότητα χωρίς να βιώσουν άγχος και ντροπή. Κατά συνέπεια, αντιστρέφουν τις συναισθηματικές σε γνωστικές αλληλεπιδράσεις.

Συμπεριφορικές άμυνες.

Η ακύρωση είναι ο καθοριστικός αμυντικός μηχανισμός που χαρακτηρίζει τα συμπτώματα και τη δομή της ιδεοψυχαναγκαστικής προσωπικότητας. Τα ψυχαναγκαστικά άτομα επιστρατεύουν την ακύρωση με πράξεις που έχουν το ασυνείδητο νόημα της επανόρθωσης ή/και της μαγικής προστασίας.

Η ψυχαναγκαστικότητα διαφοροποιείται από την παρόρμηση ως προς το ότι μια ενέργεια επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα με έναν τυποποιημένο και μερικές φορές κλιμακούμενο τρόπο. Οι ψυχαναγκαστικές ενέργειες διαφέρουν επίσης από την «εκδραμάτιση», επειδή δεν υποκινούνται από την ανάγκη για κυριαρχία σε εμπειρίες του παρελθόντος οι οποίες δεν έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας μέσα από την αναβίωση τους.

Η ψυχαναγκαστική δραστηριότητα είναι γνωστή σε όλους μας: το να φάμε και την τελευταία μπουκιά από το πιάτο μας τη στιγμή που δεν πεινάμε άλλο, το καθάρισμα του σπιτιού όταν θα έπρεπε να διαβάζουμε για τις εξετάσεις μας, ή άσκηση κριτικής σε κάποιον που μας ενοχλεί, παρόλο που γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να αποκτήσουμε έναν εχθρό, το να ρίξουμε «μόνο ένα ακόμη» κέρμα στον κουλοχέρη κ.λ.π. Όποια και αν είναι τα καταναγκαστικά πρότυπα ενός ατόμου, η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που νιώθει ότι είναι υποχρεωμένο να κάνει και σε αυτό που είναι λογικό να κάνει είναι ορατή. Οι ψυχαναγκαστικές ενέργειες μπορεί να είναι επιζήμιες ή ωφέλιμες. Αυτό που τις κάνει ψυχαναγκαστικές δεν είναι η καταστροφικότητά τους, αλλά η ενορμητική τους φύση.

Οι ψυχαναγκαστικές ενέργειες έχουν το ασυνείδητο νόημα της ακύρωσης ενός εγκλήματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα εγκλήματα ενός ψυχαναγκαστικού ατόμου υπάρχουν κυρίως στη φαντασία του.

Η πλειοψηφία των ατόμων που καθαρίζουν ψυχαναγκαστικά το πιάτο τους αισθάνονταν ενοχές όταν ήταν παιδιά, επειδή άφηναν το φαγητό τους τη στιγμή που στον υπόλοιπο κόσμο υπήρχε τόση εξαθλίωση. Η ψυχαναγκαστική συμπεριφορά ενός ατόμου προδίδει, επίσης, ασυνείδητες φαντασιώσεις παντοδύναμου ελέγχου.

Εάν πιστεύω ότι οι φαντασιώσεις μου και οι επιθυμίες μου είναι επικίνδυνες, ότι είναι ισοδύναμες με πανίσχυρες πράξεις, θα προσπαθήσω να τις συγκρατήσω με μια αντίθετη δύναμη που είναι εξίσου ισχυρή. Ένας παίχτης που εκτελεί μια τελετουργία πριν από κάθε αγώνα, ένας ιερέας που αισθάνεται άγχος εάν ξεχάσει κάποιον και δεν τον συμπεριλάβει στην προσευχή, μια έγκυος που φτιάχνει και ξαναφτιάχνει τη βαλίτσα της για το μαιευτήριο, όλοι αυτοί πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν αυτό που είναι ανεξέλεγκτο, εάν καταφέρουν να κάνουν το σωστό πράγμα.

Αντιδραστικός σχηματισμός.

Ο Freud θεωρούσε ότι η ευσυνειδησία, η σχολαστικότητα, η οικονομία και η επιμέλεια των ιδεοψυχαναγκαστικών ατόμων αποτελούσαν αντιδραστικούς σχηματισμούς ενάντια σε επιθυμίες να είναι ανυπάκουα, ακατάστατα, σπάταλα και ανυπότακτα, και ότι ένας παρατηρητής εύκολα θα διέκρινε στον υπερβολικό τρόπο ανταπόκρισης των ιδεοληπτικών και ψυχαναγκαστικών ασθενών μια υπόνοια ύπαρξης των τάσεων στις οποίες εναντιώθηκαν.

Ένας άντρας που επιμένει πεισματικά να οδηγήσει, ακόμη και όταν είναι εξουθενωμένος, φανερώνει την πεποίθηση ότι η αποτροπή ενός ατυχήματος εξαρτάται κυρίως από το εάν έχει ο ίδιος τον έλεγχο του αυτοκινήτου και όχι από το συνδυασμό της καλής οδήγησης και λίγης καλής τύχης. Επιμένοντας, ωστόσο, να έχει τόσο έλεγχο ουσιαστικά δεν έχει κανέναν έλεγχο.

Ο αντιδραστικός σχηματισμός είναι και μια άμυνα ενάντια στην ανοχή της αμφιθυμίας. Με τους ιδεοληπτικούς και τους ψυχαναγκαστικούς ασθενείς ένας θεραπευτής εντυπωσιάζεται από την καθήλωσή τους και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης: ανάμεσα στη συνεργασία και την ανυπακοή, την ανάληψη πρωτοβουλίας και τη νωθρότητα, την καθαριότητα και την ακαταστασία, την τάξη και την αταξία, την οικονομία και τη σπατάλη. Κάθε ψυχαναγκαστικά οργανωμένο άτομο φαίνεται να έχει στο σπίτι του ένα ακατάστατο συρτάρι. Άτομα που αποτελούν υπόδειγμα ηθικής μπορεί να έχουν μια νησίδα διαφθοράς: ένας ιερέας ή θεολόγος για παράδειγμα, μπορεί να έχει στην κατοχή του μια μεγάλη πορνογραφική συλλογή.

Άτομα που προσπαθούν σκληρά να επιδεικνύουν σωστή και υπεύθυνη συμπεριφορά μπορεί να αγωνίζονται ενάντια σε πιο ισχυρούς πειρασμούς από αυτούς που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι από εμάς. Εάν αυτό είναι αλήθεια, τότε δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι μόνο εν μέρει έχουν την ικανότητα να αντιτίθενται στις παρορμήσεις που τόσο φοβούνται. (τα σιγανά ποτάμια………).

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΙΔΕΟΛΗΠΤΙΚΕΣ

ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

Οι γονείς και όσοι έχουν αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών που αναπτύσσουν ιδεοψυχαναγκαστική οργάνωση έχουν τη φήμη ότι θέτουν υψηλά κριτήρια για τη συμπεριφορά τους και αναμένουν τη συμμόρφωση των παιδιών τους από την πρώιμη ακόμη ηλικία. Έχουν την τάση να είναι αυστηροί και συνεπείς τόσο στην ανταμοιβή της καλής συμπεριφοράς όσο και στην τιμωρία της κακής. Όταν, παράλληλα είναι στοργικοί και τρυφεροί με τα παιδιά τους, τότε συμβάλλουν στην καλή συναισθηματική τους ανάπτυξη και οι άμυνες που αναπτύσσουν τα οδηγούν σε επιτεύγματα που δικαιώνουν τη σχολαστική αφοσίωση των γονέων τους.

Όταν όμως οι γονείς είναι αδικαιολόγητα αυστηροί ή έχουν υπερβολικές απαιτήσεις για την ηλικία του παιδιού, καταδικάζοντας όχι μόνο την απαράδεκτη συμπεριφορά αλλά και τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις φαντασιώσεις των παιδιών τους, τότε οι ιδεοληπτικοί και ψυχαναγκαστικοί τρόποι προσαρμογής των παιδιών μπορεί να λάβουν προβληματική μορφή.

Αυτό που είναι σημαντικό για τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα είναι η κεντρικότητα που κατέχουν τα ζητήματα ελέγχου στην οικογένεια καταγωγής τους. Μια μητέρα που επιβάλλει ένα ορισμένο πρόγραμμα για τις απεκκριτικές λειτουργίες του παιδιού της ενδεχομένως να «ταΐζει το παιδί της με πρόγραμμα», να απαιτεί από αυτό να κοιμάται συγκεκριμένες ώρες, να εμποδίζει πολλές μορφές αυθόρμητης κινητικής δραστηριότητας, να απαγορεύει τον αυνανισμό, να επιμένει στην ανάληψη της συμβατικής σεξουαλικής συμπεριφοράς ανάλογα με το φύλο, να τιμωρεί τη χρήση χυδαίων εκφράσεων και ούτω καθεξής. Ένας πατέρας που είναι αρκετά απαγορευτικός (προκαλώντας παλινδρομήσεις από τα οιδιπόδεια στα πρωκτικά ζητήματα) ίσως ήταν επίσης συγκρατημένος με το παιδί του όταν εκείνο ήταν βρέφος, αυστηρός όταν το παιδί του ήταν νήπιο και αυταρχικός κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας.

Παλαιότερα οι γονείς δικαιολογούσαν τις πράξεις τους με βάση την ηθική, για παράδειγμα, με φράσεις όπως: «Δεν μου αρέσει να σε τιμωρώ, αλλά είναι για το καλό σου». Η καλή συμπεριφορά ήταν συνδεδεμένη με την αρετή. Ο αυτοέλεγχος και η αναβολή της ικανοποίησης εξιδανικεύτηκαν ως χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Έτσι σήμερα συναντούμε λιγότερα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα που ασχολούνται υπερβολικά με θέματα ηθικής σε σχέση με την εποχή του Freud . Ωστόσο, πολλές σύγχρονες οικογένειες για τις οποίες ο έλεγχος της συμπεριφοράς είναι σημαντικός ενθαρρύνουν την υιοθέτηση ιδεοληπτικών και ψυχαναγκαστικών προτύπων, προκαλώντας όμως ένα αίσθημα ντροπής και όχι ενοχές. Διάφορα μηνύματα όπως: «Τι θα σκεφτούν οι άλλοι για σένα, εάν παχύνεις;», ή «Τα άλλα παιδιά δεν θα θέλουν να παίξουν μαζί σου, εάν φέρεσαι έτσι», ή «Εάν δεν έχεις καλύτερες επιδόσεις, δεν θα φοιτήσεις ποτέ σε ένα καλό σχολείο», είναι, σύμφωνα με πολλούς κλινικούς και κοινωνικούς παρατηρητές, πιο συνηθισμένα μηνύματα από αυτά που τονίζουν την ατομική ευσυνειδησία και τις ηθικές συνέπειες της συμπεριφοράς.

Για την διαμόρφωση της ιδεοληπτικής και ψυχαναγκαστικής προσωπικότητας έχει επισημανθεί, επίσης, ένα άλλο είδος οικογενειακού ιστορικού, το οποίο είναι εντελώς αντίθετο από την υπέρμετρα ελεγκτική, ηθοπλαστική ανατροφή. Μερικά άτομα αισθάνονται τόσο στερημένα από σαφή οικογενειακά σημεία αναφοράς, τόσο αφημένα στην τύχη τους και παραμελημένα, από τους ενήλικους γύρω τους, ώστε για να παρακινήσουν τον εαυτό τους να μεγαλώσει θέτουν εξιδανικευμένα και αυστηρά κριτήρια για τη συμπεριφορά και τα συναισθήματά τους, τα οποία αντλούν από το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Επειδή ακριβώς αυτά τα κριτήρια είναι θεωρητικά και δεν προβάλλονται με τη μορφή ενός ζωντανού προτύπου από το στενό κοινωνικό περίγυρο, τείνουν να είναι πολύ αυστηρά και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανθρώπινες ανάγκες.

Ο ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ

Τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα ενδιαφέρονται πάρα πολύ για ζητήματα ελέγχου και ηθικής ορθότητας. Εξισώνουν την ορθή συμπεριφορά με τη συγκράτηση τμημάτων του εαυτού τους που σχετίζονται με την επιθετικότητα, τη σεξουαλική επιθυμία και τις συναισθηματικές ανάγκες, θέτοντάς τα υπό αυστηρό έλεγχο. Έχουν την τάση να είναι άτομα βαθιά θρησκευόμενα και άξια εμπιστοσύνης, τα οποία εργάζονται σκληρά και ασκούν αυτοκριτική. Η αυτοεκτίμησή τους προέρχεται από την εκπλήρωση των απαιτήσεων των γονεΐκών προσώπων που έχουν εσωτερικεύσει, πρόκειται για απαιτήσεις οι οποίες θέτουν υψηλά κριτήρια τόσο για τη συμπεριφορά όσο και, ορισμένες φορές, για τη σκέψη. Ανησυχούν πολύ, ειδικά σε περιπτώσεις που καλούνται να κάνουν μια επιλογή, και μπορούν εύκολα να παραλύσουν ψυχολογικά όταν αυτή η επιλογή έχει σοβαρές συνέπειες.

Αυτή η παράλυση είναι ένα ιδιαίτερα αρνητικό αποτέλεσμα της απροθυμίας των ιδεοληπτικών ατόμων να προχωρήσουν σε μια επιλογή που μπορεί να είναι ακατάλληλη. Οι πρώτοι αναλυτές ονόμασαν αυτό το φαινόμενο «μανία της αμφιβολίας». Προσπαθώντας να διατηρήσουν όλες τις εναλλακτικές επιλογές ανοικτές, έτσι ώστε να μπορούν να διατηρούν (φαντασιωσικό) έλεγχο πάνω σε όλα τα πιθανά αποτελέσματα, τα ιδεοληπτικά άτομα καταλήγουν να μην έχουν επιλογές.

Αναβάλλουν τη λήψη μιας απόφασης μέχρις ότου καταστεί σαφές ποια θα ήταν η «τέλεια» απόφαση, αυτή δηλαδή που θα ήταν απαλλαγμένη από ενοχή και αβεβαιότητα. Είναι συνηθισμένο τα άτομα αυτά να έρχονται για θεραπεία προσπαθώντας να επιλύσουν την αμφιθυμία μεταξύ δύο πιθανών συντρόφων, δύο ανταγωνιστικών πανεπιστημιακών προγραμμάτων, δύο αντίθετων ευκαιριών για εργασία και άλλα συναφή διλήμματα. Ο φόβος αυτών των ατόμων μήπως πάρουν μια «λανθασμένη» απόφαση, παράλληλα με την τάση τους να καταλήγουν σε αποφάσεις με έναν εντελώς ορθολογικό τρόπο – συνηθίζουν ιδιαίτερα να φτιάχνουν λίστες με τα υπέρ και τα κατά της κάθε περίπτωσης – συχνά παρασύρουν ένα θεραπευτή να εκφράσει τη γνώμη του σχετικά με την επιλογή που του φαίνεται προτιμότερη, στην οποία ένας ιδεοληπτικός ασθενής απαντά αμέσως με αντίθετα επιχειρήματα. Η πασίγνωστη φράση «ναι, αλλά…» που χαρακτηρίζει τα άτομα με αυτή τη διαταραχή θα πρέπει να θεωρηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, μια προσπάθεια αποφυγής της ενοχής που εμφανίζεται αναπόφευκτα με την ανάληψη κάποιας δράσης.

Ένα δυσάρεστο αποτέλεσμα αυτής της ψυχολογίας είναι μια τάση αναβολής και χρονοτριβής μέχρις ότου οι εξωτερικές συνθήκες, όπως η απόρριψη ενός ερωτικού συντρόφου ή η παρέλευση μιας προθεσμίας, καθορίσουν τελικά την κατάσταση.

Τα άτομα με ψυχαναγκαστική οργάνωση αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα με την ενοχή και την αυτονομία, αλλά το λύνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση: περνούν στη δράση, προτού σκεφτούν εναλλακτικές επιλογές. Εκεί όπου ένα ιδεοληπτικό άτομο αναβάλλει και χρονοτριβεί, ένα ψυχαναγκαστικό άτομο κάνει πρόσω ολοταχώς. Για τα ψυχαναγκαστικά άτομα, διάφορες δεδομένες καταστάσεις έχουν χαρακτηριστικά τα οποία αξιώνουν συγκεκριμένες συμπεριφορές. Αυτές δεν είναι πάντοτε ανόητες ή αυτοκαταστροφικές, όπως, για παράδειγμα, το χτύπημα ενός ξύλου κάθε φορά που κάποιος κάνει μια αισιόδοξη πρόβλεψη ή η σεξουαλική επαφή κάθε φορά που μια κατάσταση αποκτά σεξουαλική χροιά, αντίστοιχα.

Ο ψυχαναγκασμός για δράση έχει την ίδια επίδραση στην αυτονομία όπως και η ιδεοληπτική αποφυγή της δράσης. Τόσο η πραξιακή σκέψη όσο και η έκφραση συναισθημάτων αποφεύγονται ώστε να μην παρατηρήσει το άτομο ότι πραγματικά κάνει μια επιλογή. Η επιλογή συνεπάγεται την ευθύνη ενός ατόμου για τις ενέργειές του και η υπευθυνότητα σχετίζεται με την ανοχή φυσιολογικών επιπέδων ενοχής και ντροπής. Η μη νευρωτική ενοχή αποτελεί μια φυσική αντίδραση ενός ατόμου που ασκεί κάποια ισχύ, και η ευαλωτότητα στην ντροπή συνδέεται με την εκούσια δράση που μπορεί να είναι ορατή από τους άλλους. Τόσο τα ιδεοληπτικά όσο και τα ψυχαναγκαστικά άτομα είναι σε τέτοιο βαθμό διαποτισμένα με παράλογη ενοχή και ντροπή, ώστε δεν μπορούν να ανεχτούν πλέον αυτά τα συναισθήματα.

Τα ιδεοληπτικά άτομα συντηρούν την αυτοεκτίμησή τους μέσα από τη σκέψη. Τα ψυχαναγκαστικά άτομα κάνουν το ίδιο μέσω της ανάληψης δράσης. Η απώλεια της εργασίας αποτελεί πλήγμα για το καθένα από εμάς, αλλά για ένα ψυχαναγκαστικό άτομο η ίδια κατάσταση έχει καταστρεπτικές συνέπειες, επειδή η εργασία είναι η πρωταρχική πηγή της αυτοεκτίμησής του. Στους ψυχαναγκαστικούς ασθενείς οι οποίοι κυριαρχούνται από ενοχή η φύση της κατάθλιψης που τους κυριεύει είναι πολύ περισσότερο μελαγχολική από ό,τι ναρκισσιστική. Παράλληλα επικρατεί μέσα τους μια αντίληψη του εαυτού τους ως κακού, η οποία χαρακτηρίζεται από απώλεια ελέγχου και καταστροφικότητα.

Τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα φοβούνται τα εχθρικά τους συναισθήματα και υποφέρουν από υπερβολική αυτοκριτική τόσο για την πραγματική όσο και για τη νοερή επιθετικότητα. Ανάλογα με το περιεχόμενο των μηνυμάτων που λαμβάνουν από τις οικογένειές τους διακατέχονται από μεγάλο άγχος για τον κίνδυνο να ενδώσουν στην ασέλγεια, την απληστία, τη ματαιοδοξία, την οκνηρία, το φθόνο και άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Αντί να αποδεχτούν τέτοιου είδους στάσεις και να στηρίξουν τον αυτοσεβασμό τους ή την αυτοκριτική τους αποκλειστικά στον τρόπο που συμπεριφέρονται, θεωρούν ότι ακόμη και το να αισθανθούν τέτοιες παρορμήσεις είναι κατακριτέο.

Όπως και οι ηθικοί μαζοχιστές, με τους οποίους μοιράζονται την τάση για υπερβολική ευσυνειδησία και αγανάκτηση, μπορεί να τρέφουν ένα είδος κρυφής ματαιοδοξίας σχετικά με την αυστηρότητα των απαιτήσεων που έχουν για τον εαυτό τους. Αξιολογούν τον αυτοέλεγχο υψηλότερα από τις περισσότερες άλλες αρετές και δίνουν έμφαση σε γνωρίσματα όπως η πειθαρχία, η τάξη, η αξιοπιστία, η νομιμότητα, η τιμιότητα και η καρτερία. Η δυσκολία τους να αναστείλουν τον έλεγχο συχνά μειώνει την ικανότητά τους σε τομείς όπως η σεξουαλικότητα, το παιχνίδι, το χιούμορ και ο αυθορμητισμός.

Σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν τη συνολική σημασία μιας απόφασης ή αντίληψης, η εκτίμηση των οποίων μπορεί να προκαλέσει ενοχή, καθηλώνονται σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες ή συνέπειες ( Τι θα συμβεί, αν….). Δεν μπορούν – και ασυνείδητα δεν θέλουν – να δουν το δάσος αλλά μόνο τα δέντρα.

Advertisements