Ναρκισσιστικές Προσωπικότητες

Τα άτομα των οποίων η δομή της προσωπικότητάς τους επιβάλλει να αντλούν επιβεβαίωση από παράγοντες έξω από τον εαυτό τους ονομάζονται από τους ψυχαναλυτές ναρκισσιστικά.

Πολλοί συγγραφείς παρατήρησαν ότι μέσα σε κάθε ματαιόδοξο και μεγαλομανή ναρκισσιστή κρύβεται ένα ντροπαλό παιδί που συνεχώς παρατηρεί τον εαυτό του, και σε κάθε καταθλιπτικό και αυτομεμφόμενο ναρκισσιστή καραδοκεί ένα μεγαλειώδες ομοίωμα αυτού που το άτομο θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι. Για τον λόγο αυτό τα άτομα αυτά καθώς εστιάζουν την προσοχή τους στην εικόνα που προβάλουν προς τα έξω, είναι πιθανό να αισθανθούν ότι εξαπατούν τους άλλους και ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, ενώ παράλληλα ασχολούνται επίμονα με στοιχεία που παρατηρούνται εύκολα από τους άλλους (ομορφιά, φήμη, πλούτος). Η ανταπόκριση απέναντι στην αποδοχή και η ευαισθησία απέναντι στην κριτική δεν είναι η συνηθισμένη.

Η αίσθηση κενού και η μεγαλομανία εμφανίζονται με την επιδειξιομανία, επιφυλακτικότητα, συναισθηματική ανικανότητα, υπερεκτίμηση της δημιουργικότητας, κριτική στάση απέναντι στο περιβάλλον και με τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Όλα τα ναρκισσιστικά άτομα μοιράζονται μια εσωτερική αίσθηση τρόμου, ανεπάρκειας, ντροπής, αδυναμίας και κατωτερότητας.

Ενόρμηση, συναίσθημα και ιδιοσυγκρασία στο ναρκισσισμό

Τα ναρκισσιστικά άτομα παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία, η ψυχοπαθολογία τους δεν είναι τόσο εμφανής και δεν προκαλούν τόσο μεγάλη βλάβη. Εκείνα τα άτομα που έχουν σημειώσει επιτυχίες σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, στρατιωτικό ή οποιοδήποτε άλλο επίπεδο είναι πιθανό να αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης από το περιβάλλον τους. Το εσωτερικό κόστος της ναρκισσιστικής τους «πείνας» για αναγνώριση σπάνια γίνεται ορατό από τους παρατηρητές και τα τραύματα που προκαλούνται στους άλλους κατά την πραγματοποίηση των ναρκισσιστικών αναγκών είναι δυνατόν να εκλογικευτούν ως ασήμαντα ή ως απαραίτητες παρενέργειες.

Ο ναρκισσισμός έχει συνδεθεί με την κατάσταση του βρέφους που φαίνεται ότι είναι δεκτικό, ήδη από πρώιμο στάδιο, στα αδήλωτα συναισθήματα, τις στάσεις και τις προσδοκίες των άλλων. Για παράδειγμα, η Alice Miller πιστεύει ότι πολλές οικογένειες εκμεταλλεύονται ασυνείδητα τα φυσικά ταλέντα ενός παιδιού με σκοπό τη διατήρηση της δικής τους αυτοεκτίμησης και ότι αυτό το παιδί μεγαλώνει μέσα σε μια σύγχυση σχετικά με το ποιου τη ζωή θα πρέπει να ζήσει: τη δική του ή της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τη Miller, το πιθανότερο είναι ότι τέτοια χαρισματικά παιδιά αντιμετωπίζονται ως ναρκισσιστικές προεκτάσεις και έτσι έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν ναρκισσιστικοί ενήλικοι.

Η ενοχή είναι η πεποίθηση ότι ένα άτομο είναι αμαρτωλό ή ότι έχει διαπράξει κάποια σφάλματα. Η ντροπή είναι η αίσθηση ότι το άτομο γίνεται αντιληπτό από τους άλλους ως κακό ή ότι έχει σφάλει. Σε αυτή την περίπτωση το κοινό που παρακολουθεί βρίσκεται έξω από τον εαυτό του ατόμου. Η ενοχή ενέχει την έννοια μιας ενδεχόμενης κακής πράξης, ενώ η ντροπή έχει την έννοια του αβοήθητου, της ασχήμιας και της ανικανότητας.

Αμυντικές και προσαμροστικές διεργασίες στο ναρκισσισμό

Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιεί το ναρκισσιστικό άτομο κατά κύριο λόγο είναι η εξιδανίκευση, η υποτίμηση, η προβολή και η τελειοθηρία. Η εξιδανίκευση και η υποτίμηση είναι διεργασίες συμπληρωματικές, δεδομένου ότι όταν ο εαυτός του ατόμου εξιδανικεύεται, υποτιμάται ο εαυτός των άλλων ατόμων και αντιστρόφως. Ο Kohut αρχικά χρησιμοποίησε τον όρο «μεγαλειώδης εαυτός» για να αποδώσει την αίσθηση του μεγαλείου του εαυτού και την υπεροχή που διακρίνουν τον έναν πόλο του εσωτερικού κόσμου των ναρκισσιστικών ατόμων. Αυτή η αίσθηση μεγαλείου μπορεί να βιωθεί εσωτερικά ή να προβληθεί σε άλλα άτομα. Υπάρχει μια σταθερή διεργασία «ταξινόμησης», την οποία τα ναρκισσιστικά άτομα χρησιμοποιούν για να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε θέμα τα απασχολεί: Ποιος είναι ο «καλύτερος» γιατρός; Ποιο είναι το «καλύτερο» νηπιαγωγείο;

Μια αμυντική θέση στην οποία παγιδεύονται τα άτομα με ναρκισσιστικά κίνητρα είναι η τελειοθηρία. Επιδιώκουν μη ρεαλιστικά ιδανικά, και είτε πείθουν τον εαυτό τους ότι έχουν επιτύχει τους στόχους τους (το μεγαλειώδες αποτέλεσμα) είτε αντιδρούν στην αποτυχία τους νιώθοντας ατελείς και όχι απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι (το καταθλιπτικό αποτέλεσμα).

Η απαίτηση για τελειότητα εκφράζεται με χρόνια κριτική του εαυτού ή των άλλων (και αυτό εξαρτάται από το αν ο υποτιμημένος εαυτός προβάλλεται στους άλλους) και με ανικανότητα εκ μέρους του ατόμου να βρει χαρά στη ρευστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μερικές φορές τα ναρκισσιστικά άτομα χειρίζονται το πρόβλημα της αυτοεκτίμησης θεωρώντας κάποιο άλλο πρόσωπο ως έναν εραστή, ένα δάσκαλο, ένα φίλο, έναν ήρωα- τέλειο και στη συνέχεια αισθάνονται υπέρμετρη υπερηφάνεια μέσω της ταύτισης με το πρόσωπο αυτό («Είμαι εξάρτημα του Τάδε, ο οποίος είναι αλάθητος»). Μερικά άτομα έχουν μακροχρόνια πρότυπα εξιδανίκευσης κάποιου ατόμου και, στην συνέχεια, όταν το άτομο αυτό επιδείξει κάποια ατέλεια, το ρίχνουν από το βάθρο που του έχουν στήσει. Από τη στιγμή που κανένας δεν είναι τέλειος, αυτή η στρατηγική είναι καταδικασμένη και ο υποτιμημένος εαυτός του ατόμου κάνει και πάλι την εμφάνισή του.

Εξιδανικεύω, για παράδειγμα, τον γιατρό που θα με σώσει, τον πολιτικό που θα λύσει τα προβλήματα του τόπου και τα δικά μου, το σχολείο όπου θα σπουδάσει το παιδί μου, το θεραπευτή που θα με απαλλάξει από τα συμπτώματά μου, το σύντροφο που θα με κάνει ασφαλή και ευτυχή κλπ και μέσα από τη σπουδαιότητα αυτών γίνομαι σπουδαίος κι εγώ. Όταν όμως οι προσδοκίες μου δεν εκπληρώνονται η ευάλωτη αυτοεκτίμησή μου μηδενίζεται. Για να αποφύγω αυτήν την κατάσταση υποτιμώ τον άλλο, λέγοντας ότι ο άλλος είναι ο κακός ή ο φταίχτης.

Σχέσεις με το αντικείμενο στο ναρκισσισμό

Οι σχέσεις ανάμεσα στα ναρκισσιστικά άτομα και τους άλλους φορτίζονται υπερβολικά με το πρόβλημα της αυτοεκτίμησης.

Ένα από τα προβλήματα της ωρίμανσης των ατόμων αυτών είναι να κατανοήσουν πώς είναι να δέχεσαι ένα άλλο πρόσωπο χωρίς κριτική και χωρίς διάθεση εκμετάλλευσης, να αγαπάς χωρίς να εξιδανικεύεις και να εκφράζεις γνήσια συναισθήματα χωρίς να ντρέπεσαι.

Οι ψυχολόγοι της θεωρίας του Εαυτού έχουν επινοήσει τον όρο «εαυτοαντικείμενα» για τα άτομα στη ζωή μας που τροφοδοτούν την αίσθηση της ταυτότητάς μας με την επιβεβαίωση, το θαυμασμό και την αποδοχή τους.

Τα «εαυτοαντικείμενα» συμβάλλουν στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης, έτσι ώστε να επαυξάνουν ή να αντικαθιστούν αυτό που οι περισσότεροι από εμάς κάνουμε εσωτερικά. Όλοι μας έχουμε «εαυτοαντικείμενα» και όλοι τα χρειαζόμαστε. Εάν τα χάσουμε, αισθανόμαστε σαν να έχει πεθάνει κάποιο ζωτικό κομμάτι του εαυτού μας. Ωστόσο, η πραγματικότητα και η ηθική απαιτούν οι άλλοι να είναι κάτι περισσότερο από «εαυτοαντικείμενο» και να τους αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με αυτό που είναι οι ίδιοι και όχι μόνο με ό,τι κάνουν για μας.

Το πιο θλιβερό κόστος ενός ναρκισσιστικού προσανατολισμού είναι η υπανάπτυκτη ικανότητα του ατόμου να αγαπά. Παρά τη σπουδαιότητα που έχουν οι άλλοι για την εξασφάλιση της ισορροπίας ενός ναρκισσιστικού ατόμου, η βασανιστική ανάγκη του για επιβεβαίωση της αξίας του δεν αφήνει διαθέσιμη ενέργεια για τους άλλους, εκτός βέβαια από τη λειτουργία τους ως «εαυτοαντικείμενα» και ναρκισσιστικές προεκτάσεις. Έτσι, τα ναρκισσιστικά άτομα στέλνουν συγκεχυμένα μηνύματα στους φίλους και στις οικογένειές τους: η ανάγκη των άλλων είναι βαθιά, αλλά η αγάπη τους γι’ αυτούς είναι ρηχή.

Οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες μπορεί να ήταν πάρα πολύ σημαντικοί για τους γονείς τους ή άλλους τροφούς όχι γι’ αυτό που πραγματικά ήταν, αλλά για το είδος της λειτουργίας που εκπλήρωναν. Το συγκεχυμένο μήνυμα ότι κάποιος έχει μεγάλη αξία αλλά μόνο για το συγκεκριμένο ρόλο που διαδραματίζει, κάνει ένα παιδί να αισθάνεται ότι αν φανούν τα πραγματικά του συναισθήματα και ιδιαίτερα η εχθρότητα και ο εγωισμός, τότε το μόνο που θα ακολουθήσει είναι η απόρριψη και η ταπείνωση. Αυτό το μήνυμα υποβοηθά την ανάπτυξη του φαινομένου που ο Winnicott αποκάλεσε «ψευδή εαυτό», δηλαδή την παρουσίαση ενός εαυτού που το άτομο έχει μάθει από την εμπειρία του ότι είναι αποδεκτός.

Μια ανάλογη πτυχή της ανατροφής των ατόμων που γίνονται ναρκισσιστικά είναι μια οικογενειακή ατμόσφαιρα συνεχούς αξιολόγησης. Εάν ένας γονέας πιστεύει ότι το παιδί του είναι ζωτικής σημασίας για τη δική του αυτοεκτίμηση, τότε κάθε φορά που το παιδί θα τον απογοητεύει, ο γονέας θα του ασκεί κριτική είτε άμεσα είτε καλυμμένα.

Μια ατμόσφαιρα συνεχούς επαίνου, την οποία συναντά κανείς σε ορισμένες οικογένειες με ναρκισσιστικά παιδιά, είναι εξίσου καταστρεπτική για την ανάπτυξη ρεαλιστικής αυτοεκτίμησης. Η αίσθηση, που ήδη υπάρχει στα παιδιά αυτά, ότι ξεγελούν τον κόσμο, γίνεται πιο έντονη, με αποτέλεσμα να αυξάνει η απόσταση μεταξύ προσωπείου (αυτό που δείχνω προς τα έξω) και προσώπου (αυτό που αισθάνομαι ότι είμαι). Έτσι αυξάνεται και το συναίσθημα της ντροπής, όπως και η πίεση για τη διατήρηση της «καλής» εικόνας προς τα έξω.

Οι άνθρωποι των οποίων οι επιλογές είχαν περιοριστεί δραστικά στο παρελθόν από κάποια καταστροφή, όπως ένας πόλεμος ή ένας διωγμός, είναι πολύ πιθανό ότι θα μεταδώσουν στα παιδιά τους το μήνυμα ότι θα πρέπει να ζήσουν τη ζωή που εκείνοι δεν έζησαν. Σε αυτή την περίπτωση το μήνυμα που εκπέμπεται στο παιδί, ότι «αντίθετα με εμένα, εσύ μπορείς να τα έχεις όλα», είναι ιδιαίτερα καταστροφικό, και αυτό γιατί κανένας δεν μπορεί να τα έχει όλα. Κάθε γενιά θα έρχεται αντιμέτωπη με τους δικούς της περιορισμούς. Η εξάρτηση της αυτοεκτίμησης ενός ατόμου από έναν τόσο εξωπραγματικό στόχο είναι μια κατάρα που κληρονομεί το παιδί.

Ο ναρκισσιστικός εαυτός

Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν μια αίσθηση ακαθόριστης εξαπάτησης, ντροπής, φθόνου, κενότητας ή ανολοκλήρωτου κενού, ασχήμιας και κατωτερότητας ή τα αντισταθμικά στοιχεία αυτών των αισθημάτων: πιστεύουν ότι έχουν πάντα δίκιο και νιώθουν υπερηφάνεια, περιφρόνηση, αμυντική αυτάρκεια, ματαιοδοξία και αίσθημα υπεροχής. Ο Kernberg θεωρεί ότι οι πολώσεις αυτού του είδους είναι αντίθετες καταστάσεις του Εγώ και εκφράζονται με το μεγαλειώδη (ολοκληρωτικά καλού) έναντι του υποβιβασμένου (ολοκληρωτικά κακού) εαυτού, οι οποίες είναι οι μοναδικές επιλογές που έχουν τα ναρκισσιστικά άτομα για να οργανώσουν την εσωτερική τους εμπειρία. Η αίσθηση ενός ατόμου ότι είναι «αρκετά καλό» δεν περιλαμβάνεται στις εσωτερικές τους κατηγορίες.

Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν έως ένα βαθμό επίγνωση της ψυχολογικής τους ευθραυστότητας. Φοβούνται ότι θα καταρρεύσουν, ότι θα χάσουν την αυτοεκτίμησή τους ή τη συνοχή του εαυτού τους (για παράδειγμα όταν δέχονται κριτική) και ότι ξαφνικά θα αισθανθούν σαν να μην είναι τίποτα. Αισθάνονται ότι η ταυτότητά τους είναι πάρα πολύ εύθραυστη για να μπορέσει να διατηρήσει τη συνοχή της και να αντέξει στις έντονες δοκιμασίες. Συχνά, ο φόβος του θρυμματισμού του εσωτερικού τους εαυτού μετατίθεται σε μια υπερβολική ενασχόληση με τη σωματική τους υγεία. Έτσι, τα άτομα αυτά είναι επιρρεπή στην υποχονδρία και τη θανατοφοβία.

Προσπαθούν να οικοδομήσουν μια θετική αίσθηση του εαυτού τους πάνω στην αυταπάτη ότι δεν έχουν ατέλειες και ότι δεν βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, φοβούνται ότι η παραδοχή ενοχής ή εξάρτησης από τους άλλους επιδεικνύει κάτι που είναι πραγματικά αξιοκαταφρόνητο.

Εξ ορισμού, η κλινική διάγνωση της ναρκισσιστικής οργάνωσης της προσωπικότητας στηρίζεται στην παρατήρηση του κλινικού ότι ο ασθενής χρειάζεται εξωτερική επιβεβαίωση για να νιώσει ότι έχει εσωτερική αξία.

Μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση με τα ναρκισσιστικά άτομα

Τα ναρκισσιστικά άτομα εκδηλώνουν έντονες αντιδράσεις προς τον άλλο (ή το θεραπευτή). Μπορεί να τον υποτιμήσουν ή να τον εξιδανικεύσουν με έντονο τρόπο. Ωστόσο, περιέργως, παραμένουν αδιάφοροι για το νόημα αυτών των αντιδράσεων και βρίσκονται σε σύγχυση ως προς το λόγο για τον οποίο ο άλλος (ή ο κλινικός) επικεντρώνεται σε αυτές. Συνήθως, οι μεταβιβάσεις τους είναι τόσο συντονικές με το Εγώ τους ώστε είναι δύσκολο να ανιχνευθούν.

Η αίσθηση αντιμεταβίβασης, ότι δηλαδή ο κλινικός έχει εξαλειφθεί, εφόσον έχει αγνοηθεί ως πραγματικό πρόσωπο, έχει μεγάλη διαγνωστική αξία για την ύπαρξη μιας ναρκισσιστικής δυναμικής.

Άλλα σχετικά φαινόμενα αντιμεταβίβασης (αντίδρασης του άλλου)) είναι οι αντιδράσεις πλήξης, ευερεθιστότητας, υπνηλίας και μιας ακαθόριστης αίσθησης του άλλου (ή του θεραπευτή ότι τίποτα δεν συμβαίνει στη θεραπεία).

Η ψυχαναλυτική εξήγηση που δίνεται γι’ αυτά τα φαινόμενα σχετίζεται με το ιδιαίτερο είδος της μεταβίβασης των ναρκισσιστικών ατόμων. Αντί να προβάλουν στο θεραπευτή ένα συγκεκριμένο εσωτερικό αντικείμενο, όπως ένα γονέα, τα άτομα αυτά καθρεφτίζουν πάνω του μια πτυχή του εαυτού τους. Δηλαδή, αντί να αισθανθούν ότι ο θεραπευτής τους είναι σαν τη μητέρα ή τον πατέρα τους (παρόλο που μερικές φορές είναι ορατές και τέτοιες αντιδράσεις μεταβίβασης), προβάλλουν στο θεραπευτή είτε τη μεγαλειώδη είτε την υποτιμημένη πλευρά του εαυτού τους. Με αυτό τον τρόπο ο θεραπευτής γίνεται ένα δοχείο που καλείται να εμπεριέχει την εσωτερική διεργασία διατήρησης της αυτοεκτίμησης του ναρκισσιστικού ασθενή. Ο θεραπευτής αποτελεί ένα «εαυτοαντικείμενο» του ατόμου και όχι ένα ξεχωριστό άτομο που μοιάζει με μια συγκεκριμένη μορφή από το παρελθόν του.

Ο Heinz Kohut και άλλοι ψυχαναλυτές της ψυχολογίας του Εαυτού κάνουν λόγο για τους πολυπληθείς τύπους μεταβιβάσεων του εαυτοαντικειμένου στις οποίες προβαίνουν τα ναρκισσιστικά άτομα. Αυτοί οι τύποι μεταβιβάσεων περιλαμβάνουν το «καθρέφτισμα» του ατόμου στον άλλο (ή του ασθενή στο θεραπευτή), το αίσθημα ότι υπάρχει στο θεραπευτή ο δίδυμος εαυτός του ασθενή, καθώς και κάποια πρότυπα που μεταδίδουν το μήνυμα ότι ο θεραπευτής είναι το άλλο Εγώ του ναρκισσιστικού ασθενή.

Θεραπευτικές συνέπειες της διάγνωσης του ναρκισσισμού

Οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εαυτού προτείνουν τη θετική αποδοχή εκ μέρους του θεραπευτή της εξιδανίκευσης ή της υποτίμησης στην οποία καταφεύγει ο θεραπευόμενος και την ακλόνητη έκφραση ενσυναίσθησης για την εμπειρία του. Ο Kernberg προτείνει στο θεραπευτή την προσεκτική αλλά και επίμονη αντιμετώπιση της αίσθησης μεγαλείου του ναρκισσιστικού πελάτη, είτε το άτομο την αναγνωρίζει ως δική του είτε την προβάλλει στους άλλους, και τη συστηματική ερμηνεία των αμυντικών μηχανισμών ενάντια στο φθόνο και την απληστία.

Οι ψυχολόγοι της θεωρίας του Εαυτού έχουν επιστήσει την προσοχή των θεραπευτών στο βαθμό της ψυχικής συντριβής, την οποία μπορεί να βιώσει ένας ναρκισσιστικός ασθενής λόγω της αποτυχίας της ενσυναίσθησης του θεραπευτή, και στο μοναδικό τρόπο επανόρθωσης του σφάλματος, ο οποίος είναι η έκφραση μεταμέλειας.

Οι προσπάθειες παροχής βοήθειας σε ένα ναρκισσιστικό θεραπευόμενο απαιτούν, επίσης, από το θεραπευτή τη σταθερή εστίαση της προσοχής του στην λανθάνουσα κατάσταση του εαυτού του ατόμου, όσο έντονα και αν εκφράζεται η έκδηλη πλευρά του. Επειδή ακόμη και το πιο αλαζονικό ναρκισσιστικό άτομο υπόκειται σε βασανιστική ντροπή όταν αντιμετωπίζει την κριτική των άλλων, οι θεραπευτές θα πρέπει να είναι προσεκτικοί και να κάνουν εξαιρετικά λεπτές παρεμβάσεις. Η θεραπευτική σχέση με τους ναρκισσιστικούς πελάτες είναι πάντοτε πολύ εύθραυστη, από τη στιγμή που δεν αντέχουν να βιώνουν καταστάσεις στις οποίες η ευάλωτη αυτοεκτίμησή τους μειώνεται.

Τα άτομα με εύθραυστη αυτοεκτίμηση θα καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια να αποφύγουν την παραδοχή ότι παίζουν και τα ίδια ένα ρόλο σε οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει στη ζωή τους. Αντίθετα με τα άτομα που αισθάνονται εύκολα ενοχές και αντιμετωπίζουν τα σφάλματά τους προσπαθώντας να επανορθώσουν, τα άτομα με ναρκισσιστικά κίνητρα τρέπονται σε φυγή μπροστά στα σφάλματά τους και κρύβονται από εκείνους που θα τα αποκαλύψουν.

Ένας θεραπευτής έρχεται αντιμέτωπος με το δύσκολο καθήκον της διεύρυνσης της συνειδητοποίησης του ναρκισσιστικού πελάτη και της ειλικρίνειας για τη φύση της συμπεριφοράς του.

Ένας τρόπος για να επιτύχει κάτι τέτοιο, μέσα στο πλαίσιο των παραπόνων του ασθενή και των κριτικών του για τους άλλους, είναι να του απευθύνει το εξής ερώτημα: «Φανέρωσες ξεκάθαρα τις ανάγκες σου;». Η λογική αυτής της ερώτησης είναι ότι τα ναρκισσιστικά άτομα αισθάνονται βαθιά ντροπή να κάνουν ερωτήσεις για οτιδήποτε. Έχουν την πεποίθηση ότι η έκφραση οποιασδήποτε ανάγκης δείχνει ότι υπάρχει κάποια έλλειψη στον εαυτό τους. Κατά συνέπεια, εμπλέκονται σε διαπροσωπικές καταστάσεις στις οποίες αισθάνονται δυστυχία επειδή κάποιο άλλο πρόσωπο δεν μαντεύει αδιάκοπα τις ανάγκες τους και δεν τους προσφέρει αυτό που επιθυμούν, χωρίς να υποστούν την ταπεινωτική, κατά τη γνώμη τους, διαδικασία να το ζητήσουν. Στη συνέχεια, προσπαθούν να πείσουν το θεραπευτή ότι το πρόβλημά τους εστιάζεται στην αναισθησία των ατόμων με τα οποία συμβιώνουν. Το ερώτημα για την έκφραση των αναγκών τους εγείρει άμεσα την πεποίθηση των ναρκισσιστικών ατόμων ότι είναι εξευτελιστικό να έχουν την ανάγκη κάποιου, παράλληλα όμως εγείρει και την ευκαιρία για το θεραπευτή να εκπαιδεύσει ξανά το άτομο σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη αλληλεξάρτηση.

Advertisements