Τι συμβαίνει στον θεραπευόμενο όταν ολοκληρώνεται η ψυχοθεραπεία; Ερωτήματα από έναν θεραπευτή.

Συχνά, όταν «τελειώνω» με τους θεραπευόμενους (τι τρομακτικός όρος για το κλείσιμο μιας αυθεντικής ανθρώπινης συνάντησης), τους ενημερώνω ότι δεν βλέπω την ψυχοθεραπεία ως ένα είδος μόνιμης θεραπείας για τους προβληματισμούς και τις δυσκολίες που τους έφεραν στη συνεδρία. Στην καλύτερη περίπτωση, η ψυχοθεραπεία παρέχει ουσιαστική ανακούφιση, διευρυμένη ευαισθητοποίηση και τα εφόδια που μπορούν να έχουν όταν αντιμετωπίσουν αναπόφευκτα μελλοντικές προκλήσεις.

Τους λέω, συνήθως, ότι με χαρά θα τους βοηθήσω στο μέλλον, είτε να τους δω ξανά είτε να τους παραπέμψω σε έναν συνάδελφό μου, προσθέτοντας συχνά ότι θα ήμουν ευτυχής να ακούσω από αυτούς οποιαδήποτε ενημέρωση σχετικά με το πώς πηγαίνουν τα πράγματα στη ζωή τους. Στο 95% των περιπτώσεων, δεν μαθαίνω ποτέ νέα τους, αλλά φυσικά ορισμένοι θεραπευόμενοι βρίσκονται στο μυαλό μου σε διάφορες χρονικές στιγμές. Μπορεί να περπατήσω δίπλα σε ένα κτήριο που ο θεραπευόμενος μου είχε κάνει τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ή να οδηγώ τη μηχανή μου και να θυμάμαι τη χαρά του όταν πήγε κάποτε βόλτα με τη μηχανή του. Ή ένα ζευγάρι μου έρχεται στο μυαλό, χωρίς κανένα προφανή λόγο και αναρωτιέμαι αν ο γάμος τους – που είχα κάποιο ρόλο στην καθοδήγησή του – τους έδωσε την αγάπη και την αίσθηση της ασφάλειας που λαχταρούσαν.

Και υπάρχουν και εκείνοι οι θεραπευόμενοι που σημειώνω στην εσωτερική κάρτα βαθμολογίας μου, ως θεραπευτικές αποτυχίες. Ναι, ίσως τους έδωσα κάποια υποστήριξη, ίσως τους βοήθησα οριακά να αλλάξουν την τροχιά της ζωής τους, αλλά αισθανόμουν ότι με κάποιο τρόπο δεν μπορούσα να τους βοηθήσω να σημειώσουν πρόοδο για να επιτύχουν τους τύπους των αλλαγών που ήθελαν – ή που ήθελα εγώ γι’ αυτούς. Τι να κάνουν άραγε; Να είναι ακόμα σε κατάθλιψη, όπως όταν σταματήσαμε τη θεραπεία; Ή χειρότερα … είχαν παραιτηθεί εξολοκλήρου; Είχαν αυτοκτονήσει;

Παρατηρώ ότι διστάζω πριν πληκτρολογήσω τη λέξη «αυτοκτονία» σαν να αντανακλά κάτι κακό σε εμένα επειδή έχω αυτήν την ανησυχία. Γιατί διστάζω; Πρέπει να είμαι παντοδύναμος και να μην έχω ποτέ θεραπευόμενους ή ακόμη πρώην θεραπευόμενους που θα μπορούσαν να αυτοκτονήσουν; Ή μήπως δεν πρέπει να παραδεχτώ ότι οι θεραπευόμενοι καταλαμβάνουν τις σκέψεις μου ακόμα και χρόνια μετά, αφότου σταματώ να τους βλέπω; Έχει γίνει τόσο ριζωμένη στο επάγγελμά μας η κακοήθης έννοια της θεραπευτικής «ουδετερότητας» – εκείνη που πιστεύαμε ότι άρχισε και τελείωσε με την ψυχανάλυση – που την κουβαλάμε μαζί μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε; Σαν να είναι λάθος να νοιαζόμαστε για τους θεραπευόμενούς μας ως πραγματικούς ανθρώπους, ως πρόσωπα!

Υπάρχει ένας συγκεκριμένος θεραπευόμενος για τον οποίο ανησυχώ ορισμένες στιγμές – ναι, ανησυχώ αν αποφάσισε να θέσει τέλος στη βασανισμένη ζωή του – αλλά ήμουν κάπως καθησυχασμένος πρόσφατα όταν συνάντησα ένα συνάδελφο σε ένα συνέδριο που είχα εξ ολοκλήρου ξεχάσει ότι ήταν η αρχική πηγή παραπομπής. Γνώριζε τον θεραπευόμενο προσωπικά και μου είπε ότι ήταν ακόμα ζωντανός, αν και εξακολουθεί να αγωνίζεται καθημερινά, αλλά ήταν ευγνώμων για τη βοήθεια που παρείχα στον φίλο της. Δεδομένης της αίσθησης της αποτυχίας μαζί του, εξεπλάγην ευχάριστα που οι προσπάθειές μου εκτιμήθηκαν.

Μόλις πριν από λίγες ημέρες έλαβα ένα ξαφνικό email από μία θεραπευόμενη, που θα ονομάσω Πηνελόπη, την οποία έβλεπα θεραπευτικά πριν από αρκετά χρόνια. Είπε ότι απλά ήθελε να πει ένα γεια, να με ευχαριστήσει για τη βοήθεια που είχα παράσχει και να με ενημερώσει ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά για εκείνην. Ήταν κλασική μουσικός που άρχισε να επιτυγχάνει στον ιδιαίτερα ανταγωνιστικό τομέα της και για πρώτη φορά ήταν σε μια σταθερή σχέση.

Θυμάμαι ότι η θεραπευτική πορεία δεν ήταν εύκολη – τόσο για τον θεραπευόμενο, όσο και για μένα. Όλοι έχουμε τις δικές μας θεραπευτικές τεχνικές, ορισμένες που θέλουμε να σκεφτούμε ως δικές μας ή τουλάχιστον αυτές που έχουμε προσαρμόσει ώστε να ταιριάζουν στην προσωπικότητά μας. Μου αρέσει να εργάζομαι όταν μπορώ στο «εδώ-και τώρα», εφιστώντας την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο συναναστρέφομαι με τον θεραπευόμενο, με την ιδέα ότι αυτό θα ρίξει φως στις διαπροσωπικές σχέσεις του θεραπευόμενου. Φυσικά αυτό δεν είναι μια δική μου τεχνική- έμαθα πολλά γι’ αυτήν από τον πατέρα μου – αλλά μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω επιτύχει κάποια κυριότητα σε αυτή.

Σε αυτή την περίπτωση απέτυχα επανειλημμένα: Κάθε φορά που ρωτούσα την Πηνελόπη πώς ένιωθε για μένα, αγρίευε, θύμωνε και δεν έβλεπε πώς αυτό ήταν σχετικό με τα θέματα της. Θυμάμαι διάφορες απαντήσεις από την πλευρά μου. Μια φορά είχα μία έντονη αντίδραση, που σχετιζόταν με τη δυσκολία της να μου εμπιστευτεί προβλήματα που βίωνε με έναν φίλο ή έναν συνάδελφο. Ή θα προσπαθούσα να πιέσω και πάλι στο εδώ-και-τώρα, λέγοντας κάτι σαν «Αισθάνομαι πραγματικά ότι όταν σας ρωτάω πώς αισθάνεστε απέναντί ​​μου, ανασταστώνεστε. Μπορείτε να μου πείτε τι το προκαλεί;». Και πάλι, αυτό δεν μας πήγε πουθενά. Τελικά, πήρα αυτή την πολύτιμη τεχνική και την έβαλα πίσω στην εργαλειοθήκη μου όπου ανήκε. Ήταν μια αποτυχία; Ή μια λαμπρή συνειδητοποίηση ότι όλες οι τεχνικές, δεν κάνουν για κάθε μία περίπτωση ανθρώπου.

Η μνήμη μου είναι λίγο θολή, αλλά θυμάμαι ότι δουλέψαμε για ένα χρόνο περίπου. Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς τελείωσαν τα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν ήταν μια από αυτές τις Χολυγουντιανές ταινίες με το happy end όπου το νευρωτικό παζλ έχει λυθεί και έμεινα με μια ζεστή αίσθηση ότι είχα εκτελέσει το έργο μου με ακρίβεια. Σε ευχαριστώ λοιπόν Πηνελόπη που ανήκεις στο 5%  εκείνων που με ενημέρωσε τι συνέβη στη ζωή του. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι από εκείνους με τους οποίους δουλεύω έχουν κάποια μακροχρόνια οφέλη από τη δουλειά μας, αλλά είναι σίγουρα ωραίο να το ακούω από σένα.

Αυτό θα ήταν το τέλος της περισυλλογής μου, οπότε έστειλα αυτό το κομμάτι στην Πηνελόπη για να σιγουρευτώ ότι αισθάνθηκε άνετα που το δημοσίευσα (παρ’ όλο που τα στοιχεία είναι αλλαγμένα). Μου έγραψε τα εξής:

«Νομίζω ότι παρ’ όλο που με έκανε να θυμώσω πολύ όταν με ρωτούσατε πώς αισθανόμουν προς εσάς, συνειδητοποιώ τώρα ότι θύμωνα, γιατί προς αυτήν την κατεύθυνση έπρεπε να δουλέψω. Χρειάστηκα ακόμη μερικά χρόνια για να σταματήσω να θυμώνω όταν οι άνθρωποι με ρωτούσαν τέτοια πράγματα, αλλά από τη στιγμή που ήμουν πιο άνετη να κάνω συζητήσεις σαν αυτές, ήταν πολύ πιο εύκολο για μένα να έχω στενές σχέσεις».

Ουάου! Εάν ήξερα τότε ότι οι προφανείς αστοχίες μου θα έφερναν τελικά αποτελέσματα, θα είχε σίγουρα μειωθεί η ανησυχία μου κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Θα με έκανε αυτό ένα καλό θεραπευτή; Ισως όχι. Η αβεβαιότητα είναι εγγενής στη θεραπευτική διαδικασία και κάτι με το οποίο πρέπει να μάθουμε να ζούμε. Αλλά είναι συγκινητικό να γνωρίζω τώρα ότι, οι προσπάθειές μου με την Πηνελόπη φύτεψαν μερικούς σπόρους που τώρα ανθίζουν.

Συγγραφέας: Victor Yalom

Απόδοση – Επιμέλεια: Psychologynow.gr

Advertisements